Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Το Βλέμμα της Προσφυγιάς-Σοφία Αμπερίδου


ΚΡΙΤΙΚΗ  ΙΩ. ΒΡΑΝΟΥ
Για «Το Βλέμμα της Προσφυγιάς»

Πολλά χρόνια έχω να δω μια σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία υψηλής ποιότητας σαν αυτή της ζωγράφου Σοφίας Αμπερίδου .Ένα μεγάλο σύνολο πινάκων με ομοιογένεια εκφραστικών μέσων.  Ένα πλούσιο συγκροτημένο έργο στη σύνθεση, στο χρώμα, στην έκφραση, στην ανάδειξη της μορφής, στην αναγωγή και μεταμόρφωση του φυσικού σε πνευματικό.
Παρατηρώντας τη σύνολη αυτή ζωγραφική δημιουργία συμπεραίνουμε πως η ζωγράφος έχει καταλήξει σε έναν προσωπικό εκφραστικό τρόπο, με τον οποίο συνθέτει τους πίνακες της. Όταν ένα  πλήθος πινάκων έχουν καταγραφεί με το ίδιο ζωγραφικό αλφάβητο, αυτό σημαίνει ωρίμανση καλλιτεχνική, κατάληξη σε ένα τρόπο δημιουργίας. Είναι αυτό που ονομάζουμε «εποχή» του ζωγράφου. Όταν ο καλλιτέχνης ακόμα πειραματίζεται και αναζητάει τρόπους έκφρασης , αυτή η αναζήτηση δημιουργεί ποικιλία πινάκων με διαφορετικές «γραφές». Όταν κατασταλάξει ο ζωγράφος και ώριμος πια έχει κάνει τις επιλογές του, τότε η ομοιογένεια των εκφραστικών μέσων χαρακτηρίζει τις δημιουργίες του. Αυτή την ομοιογένεια αναγνωρίζουμε στη σύνολη δημιουργία της Σοφίας Αμπερίδου που έχει για θέμα τον Ποντιακό Ελληνισμό.


 
Επιχειρώντας αναλυτική διείσδυση στη ζωγραφική δημιουργία της ζωγράφου διαπιστώνουμε πως η όλη υπόθεση αναδύεται σε ένα ύψος συμβολικό. Η κάθε ανθρώπινη μορφή παύει να είναι το πορτραίτο ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Γίνεται φορέας έκφρασης ενός λαού. Στην κάθε μορφή υπάρχει το σύνολο των γνωρισμάτων της φυλής: το ηρωικό, το πολύπαθο, το ελπιδοφόρο, το καρτερικό, το δημιουργικό. Η κάθε μορφή λοιπόν μεταμορφώνεται σε σύμβολο που εκφράζει τον Ποντιακό Ελληνισμό, είτε χορεύει, είτε είναι μάννα που κρατάει το παιδί της . Αυτό είναι μεγάλο ζωγραφικό κατόρθωμα .
Η Σοφία Αμπερίδου δεν μεταφέρει με το πινέλο της στο μουσαμά ακατέργαστα οπτικά φαινόμενα. Όταν βλέπει πράσινο δεν ζωγραφίζει πράσινο. Όταν παρατηρεί κάτι μικρό δεν απεικονίζει μικρό. Δηλαδή δεν λειτουργεί αντανακλαστικά. Ο νατουραλιστικός  αντανακλαστικός τρόπος ζωγραφικής είναι χωρίς φτερά. Περπατάει στο χώμα και βλέπει χώμα. Λειτουργεί στην περιοχή της ανάγκης. Η ποίηση που μεταμορφώνει σε σύμβολα τα όντα που ζυμώνει, κινείται υπερβατικά στο χώρο της ελευθερίας. Είναι η Ζωγραφική που έχει φτερά και υψώνεται στο ύψος της σφαιρικής ματιάς και της  συνθετικής δημιουργίας.
Αυτό το στοιχείο της  «δημιουργίας εν ελευθερία και υπερβάσει του φυσικού» χαρακτηρίζει τη Ζωγραφική της Σοφίας Αμπερίδου. Δεν αντιγράφει οπτικά τίποτε, όλα είναι προσωπική της δημιουργία, γέννηση, τέκνα κατάδικά  της. Όταν βλέπεις το πρόσωπο μιας μορφής , το βλέμμα ενώ σε κοιτάζει σε διαπερνάει και βλέπει πιο μακριά. Ατενίζει προς την αιωνιότητα , στον ιδανικό χώρο του ηρωισμού, του αθάνατου. Προς τα κει βλέπουν  και τα πρόσωπα των «Φαγιούμ» της Αιγύπτου κάτω από άλλες αναζητήσεις. Παρ’ όλο που απεικονίζουν συγκεκριμένα πορτραίτα, όμως κανένα χαμόγελο ή θλίψη δεν ταράζει τις μορφές.  Έχουν γίνει ψυχές σε χώρο μακρινό και νοερό. 


              

Ζωγραφίζοντας η Σοφία αποφεύγει τη λεπτομέρεια . Οι λεπτομέρειες συγχωνεύονται για την ανάδειξη της ευρύτερης φόρμας . Αυτό γεννάει τη σύνθεση των επιφανειών και των ολικών σχημάτων. Και εδώ αναδείχνεται η καλλιτεχνική ωριμότητα της ζωγράφου: Συνθέτει τις  φόρμες, τις μορφές και τα χρώματα σε εκείνη την αρμονική συνύπαρξη που αναδείχνει το γενικό σύμβολο, τοποθετώντας τα στοιχεία αξιοκρατικά. Πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει η μορφή. Το χρώμα, το τοπίο, ο  μοιρασμένος χώρος, λειτουργούν υπηρετώντας την ανάδειξη της συμβολικής μορφής. Κρατούν «ισοκράτημα» στην  εικαστική ψαλμωδία, όπου ο δεξιός ψάλτης είναι η μορφή.
Η ζωγράφος έχει κατακτήσει τις φυσικές αναλογίες, την κίνηση, τη μορφολογία, τις εκφραστικές αλλοιώσεις. Όλα αυτά τα επεξεργάζεται και τα καθοδηγεί μεταμορφώνοντας τα. Όσοι επιχειρούν να μεταμορφώσουν το φυσικό πορτραίτο πριν κατακτήσουν την ανατομική αναλογία, την κίνηση και τις εκφραστικές φυσικές ποικιλίες, καταλήγουν στην παραμόρφωση του πορτραίτου.
Η Σοφία μεταμορφώνει το φυσικό πορτραίτο ώστε να γίνει φορέας της ιδέας, σύμβολο που εκφράζει βαθύτερη αλήθεια. Όλες οι μορφές είναι αδελφικές. Υπακούουν σε κοινό ιδεατό πρόσωπο και φέρουν την εικόνα του. Είναι το εσωτερικό όραμα της ζωγράφου, η ηρωική ελληνική ποντιακή μορφή, η πολύπαθη και όμως ελπιδοφόρα, η ξενιτεμένη και όμως αέναα δημιουργική.
                 
                             «Η Ρωμανία κι’ αν επέρασεν  ανθεί και φέρει κι άλλο»

  
Οι χρωματισμοί στους πίνακες είναι δουλεμένα με την τεχνική της κοφτής πινελιάς, του πουαντιλισμού. Είναι τεχνική που την ανάδειξαν στο σύγχρονο κόσμο οι Ευρωπαίοι ζωγράφοι του Εμπρεσιονισμού ( Πισσαρό, Σερά, Βαν Γκόγκ κ.λ.π.). Η τεχνική του πουαντιλισμού έλκει την καταγωγή της από τα ελληνικά μωσαϊκά της κλασσικής Ελλάδας και ίσως αρχαιότερα. Πέρασε σαν νατουραλιστική απόδοση σε ελληνορωμαϊκά έργα (Πομπηία π.χ.) και από κει στα βυζαντινά χρόνια με χαρακτήρα υπερβατικό –εικονισμό της αγιότητας. Συγκλονιστικά είναι τα ψηφιδωτά της Μονής της χώρας της Ραβέννας. Ο Εμπρεσιονισμός της νεώτερης Ευρώπης έχει άλλο χαρακτήρα. Δεν έχει υπέρβαση, είναι αντανακλαστικός τρόπος απεικόνισης του φυσικού. Η αξία του έγκειται στο ότι έδωσε πρωταγωνιστικό τρόπο στο  παιχνίδισμα φωτός και σκιάς, στον εξοβελισμό του μαύρου και την αντικατάσταση του με συνύπαρξη γαλάζιας, κόκκινης και κίτρινης πινελιάς. Εχθρός του Εμπρεσιονισμού είναι το περίγραμμα , που ψαλιδίζει περιμετρικά τη μορφή, ορίζοντας  το δικό της χώρο.
Με τον εμπρεσιονισμό έχουμε επιστροφή στο φυσικό κάλλος.  Το συγκεκριμένο αντικείμενο, πρόσωπο, υποχωρεί για να  κυριαρχήσει η ενιαία χρωματική φόρμα, η οποία συγχωνεύει τις μορφές, αναλύοντας τες σε χρωματικές πινελιές, κουκίδες ‘πουάν’ = τελείες. Αυτό κληρονόμησε από την Ευρώπη η καλλιτεχνική γενιά του Σπύρου Παπαλουκά, ο οποίος έλεγε : «Δεν με ενδιαφέρει η μορφή με ενδιαφέρει  το χρώμα, διαφορετικά δεν είμαι ζωγράφος».  
 

      
 Αιρετικός του Εμπρεσιονισμού στάθηκε ο Βαν Γκόγκ , επειδή μεταχειρίζεται στα έργα του τον εχθρό του εμπρεσιονισμού , το περίγραμμα. Ενώ αποδίδει τη φωτοσκίαση με την παράθεση των συμπληρωματικών χρωμάτων δεν επιτρέπει όμως τη διάλυση της μορφής από τα κύματα του παιχνιδίσματος  και τη μουσική των σειρήνων του φωτός και της σκιάς. Άσπρο πουκάμισο, λευκές φανέλες και άσπρα παπούτσια επάνω σε άσπρο σεντόνι, αναχωνεύονται όλα και χάνουν τη μορφή τους στην εμπρεσιονιστική απεικόνιση. Μεταβάλλονται σε χρωματικό παιχνίδισμα άμορφων σχημάτων σε ένα ενιαίο λευκογάλανο νιρβάνα .
Ο Βαν Γκόγκ δεν το επιτρέπει αυτό. Σαν μάννα που κρατάει τα παιδιά της σφιχτά από τα χέρια για να μην της τα αρπάξουν, έτσι και ο Βαν Γκόγκ . Περιχαρακώνει με περίγραμμα το άσπρο πουκάμισο τη λευκή φανέλα και τις άσπρες  αρβύλες επάνω στο άσπρο σεντόνι. Η αγάπη η μητρική που έχει για όλα τα όντα , τα συγκρατεί να μην χωνευτούν στο εμπρεσιονιστικό νιρβάνα . Η συνύπαρξη στο έργο του της  εμπρεσιονιστικής ερμηνείας της φωτοσκίασης με το έντονο σοφό περίγραμμα είχε σαν αποτέλεσμα ένα μεγαλοφυές εικαστικό κατόρθωμα.
Αίτιο του μεγαλείου της ζωγραφικής του Βαν Γκόγκ είναι η αγάπη του για όλα τα όντα που ζωγράφιζε. Τα ώριμα ηλιοτρόπια, η μεταχειρισμένη πίπα, τα σακατεμένα άρβυλα, η παλιά ψάθινη καρέκλα , ο μπάρμπα Ταγκύ, ο έναστρος ουρανός . Αντικατέστησε το λινόλαδο και το νέφτι ζωγραφίζοντας με  χρώμα, αγωνία και ψυχή. Έτσι οι ζωγραφιές του έχουν ψυχή, αγγίζουν βαθιά το θεατή, καθώς τα πράγματα αναδείχνονται  με την κοφτή πινελιά του εμπρεσιονισμού και το περίγραμμα.



 
Ο Πουαντιλισμός της Σοφίας Αμπερίδου έλκει την καταγωγή του από το βυζαντινό ψηφιδωτό. Το ίδιο μυστικό πνεύμα λειτουργεί μέσα της και με τη χαροποιό οδύνη της δημιουργίας γεννάει τις μορφές και τον περιβάλλοντα χώρο. Επάνω σε φωτεινά θερμά λυρικά υποστρώματα απλώνονται διάφανες ροδαλές ή γαλανές επιφάνειες. Μια ενορχήστρωση χρωματικής  αρμονίας αναδείχνετε μ’ αυτό τον τρόπο. Οι κοφτές πινελιές σαν δομικές μονάδες, στροβιλίζονται στις ροές που χαράζει το καλλιτεχνικό χέρι. Με το δικό της πουαντιλισμό ανεβάζει  το φυσικό πορτραίτο   σε ιδεατό σύμβολο.
Το εσωτερικό της όραμα  καθοδηγείται από τους ήχους μιας ποντιακής λύρας και η ευαίσθητη ποντιακή της ψυχή γίνεται φορέας του ποντιακού ελληνισμού. Με αυτή τη χαρμολύπη ζωγράφισε το ποιοτικά μεγάλο έργο που απροσδόκητα μας έχει εντυπωσιάσει με το κάλλος του.

                                                        Ιωάννης-Χαρίλαος Βράνος
                                              Ζωγράφος – Αγιογράφος - Συγγραφέας
                                                               20-10 2005