Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Το Βλέμμα της Προσφυγιάς



-Τον τελευταίο καιρό η γιαγιά ήταν κατάκοιτη, η κούραση από το πέρασμα
των χρόνων βάραινε το κορμί και τη ζωή της. Τα μεγάλα καστανά της μάτια ξεθώριασαν κ’ είχαν πάρει την απόχρωση ουρανού μετά τη βροχή.
"Κράτα το χέρι μου" ψιθύρισε, "κρυώνω και φοβάμαι".
Τι φοβάσαι; τι ρώτησα, δεν έχεις λόγο να φοβάσαι γιαγιά μου!
"Πού είμαι,πού βρίσκομαι,πού είσαι Σοφία;"
-Γιαγιά εδώ είμαι, της είπα, μα δε νομίζω πως με άκουσε.
Το χέρι της ήταν φωτιά κι ο πυρετός δεν έλεγε να κατεβεί…

Γιαγιά: Περπατούσαμε πολλές μέρες, έπρεπε να φτάσουμε στη θάλασσα να πάρουμε το καράβι για την Ελλάδα.«Από δω,από δω,φώναξεέναςάντρας, νερό!Ένα μικρό ποτάμι!».
Σταματήσαμε για λίγο να ανακουφίσουμε τη δίψα μας και να βγάλουμε από πάνω μας όση βρωμιά μπορούσαμε.Οι άντρες έφυγαν πιο πέρα, ήταν ντροπή να βλέπεις τις γυναίκες
να λούζονται. Κι ύστερα έπρεπε να πλύνουμε και κείνα τα πανιά που χρησιμοποιούσαμε για τις ανάγκες του μήνα και που πλήγωναν αφάνταστα το εσωτερικό μέρος των ποδιών στο περπάτημα.Το ποτάμι στη μια του όχθη βάφτηκε κόκκινο… τι ντροπή σκέφτηκα!
Μα τι μπορούσαμε να κάνουμε; Τα πλέναμε όπως - όπως και τα απλώναμε στους θάμνους να στεγνώσουν.
«Τι εντροπή κορίτσι’ μ, τι εξευτελισμός! Επιτέλους Σοφία έβγα ασό νερόν…», μα αυτή δεν έλεγε να βγει κι ήταν η αιτία του χαμού της. Κρύωσε, μελάνιασε σχεδόν και δεν μας είχε αναφέρει καν την αιμοραγία που είχε τις τελευταίες μέρες. Μέσα στην απόγνωση και την αγωνία μας να φτάσουμε στη θάλασσα όλα έμοιαζαν ασήμαντα.
Ξεκινήσαμε πάλι, μα αυτή τη φορά η πορεία ήταν του θανάτου.
Σαν τα πουλάκια του θεού ένας - ένας έπεφταν στα χωράφια νεκροί, οι άνθρωποι μας.

Γιαγιά: «Κράτα το χέρι μου», έλεγε. «Κρυώνω.. φεύγω…».Φύγαμε κι εμείς αφού τη σκεπάσαμε πρόχειρα με χώμα. «Αχ! αδερφούλα μου», μας κυνηγούσαν δεν προλαβαίναμε.

-Λίγο αργότερα, οι δροσερές κομπρέσες έκαναν καλή δουλειά, μιας και η γιαγιά άρχισε να συνέρχεται από το παραλήρημα. Σε μια βδομάδα ζήτησε να την πάμε στο χωριό, εκεί ψηλά στο λόφο όπως το συνηθίζαμε παλιά, πριν πάμε να ζήσουμε στην πόλη.
Αγναντεύαμε τη θάλασσα πέρα μακριά…

Γιαγιά: Εϊκείτη πούλι’μ, ντο έσυράμε, ως να δεβαίνωμε τα στράτας και να φτάνομε σο παπόρ… Το καράβι είχε αράξει στο λιμάνι πολλές μέρες πριν και περίμενε. Ώσπου τελικά φόρτωσε, κυνηγημένες ψυχές, διωγμένα σώματα, νεκρές ψυχές σε ζωντανά κορμιά, γδαρμένα, ματωμένα, πονεμένα …
-«Που πάτε; Μη φεύγετε… γιατί μας αφήνετε;Τι θα κάνουμε;… Χωρίς εσάς, δε θα αντέξουμε… θα πεθάνουμε…», φώναξε η τουρκάλα γειτόνισσα κι άπλωσε τα χέρια της,
μ’ αγκάλιασε τόσο σφιχτά που τα δάχτυλά της άφησαν σημάδια στα γυμνά μου μπράτσα…
«Ποιος θα μαζέψει τα κεράσια και τα φουντούκια;»

Γιαγιά: Ύστερα σκέπασε το πρόσωπο με το μαντήλι της για να μη δουν τα δάκρυά της
οι στρατιώτες. Φύγαμε τρέχοντας σχεδόν, παίρνοντας μαζί μας μια κουβέρτα, μια κατσαρόλα , δυο κουτάλια ... Αφήσαμε πίσω σπίτι, πατρίδα, τη μέχρι τότε ζωή μας, την ίδια την ψυχή μας.Φτάσαμε στο λιμάνι. Αναβαίναμε τη σκάλα του καραβιού και τότε κατάλαβα πως έχασα το παπούτσι μου. Γύρισα και κοίταξα πίσω, στάθηκα παγωμένη ίδια στήλη άλατος. «Να μείνω εδώ» σκεφτόμουν, ας γίνει κάτι να τρυπήσω τη γη να καρφωθώ μέσα της και να γίνω δέντρο, μια κερασιά και να έρχονται τα παιδιά το Μάη να κρεμάνε σκουλαρίκια τα κεράσια μου στο αυτί τους.
Να γίνω μια φουντουκιά εκεί στην άκρη στο χωράφι να πιάνω κουβέντα με τις αγριοφράουλες. Ένα χέρι ξαφνικά με άρπαξε … «Το καράβι φεύγει, κουνήσου!».

Γιαγιά: Ήταν ο παππούς σου. Ψηλός, θεόρατος, με φαρδιές πλάτες, ίδιος Τραντέλλενας με την δίχρονη κόρη μας αγκαλιά. Στα μάτια μου πάγωσε το τελευταίο βλέμμα του φευγιού, η πίκρα περίσσεψε κι η καρδιά έσταξε αίμα, εκατομμύρια σταγόνες… συντρίμμια… σαν το κύμα που σκάει στο βράχο.
Ο κόσμος κουβάρι, ο ένας πάνω στον άλλον.
Κουλουριάστηκα σε μια γωνιά κι έμεινα σαν πέτρα ακίνητη δυο μέρες.
Έτσι αλλάξαμε ουρανό, χώμα, νερό κι αγέρα, χάσαμε την πατρίδα μας.

-Ένα απαλό αεράκι φύσηξε.
Ένιωσα τη γιαγιά μου να γέρνει στη ρίζα της κερασιάς που είχε φυτέψει ο παππούς, γύρισα και την κοίταξα. Κάτι στο μέρος της καρδιάς της φτερούγισε και δυο-τρεις πτυχές από τη ζακέτα της μου φάνηκε πως σχημάτισαν ένα καραβάκι.

Γιαγιά:Ταξιδεύω τώρα πούλι’ μ, πίσω, ’ς ην πατρίδαν.
Κάθε βράδυ ταξιδεύω, συναντώ τη μάννα’μ, τον πατέρα’μ, την αδελφή’μ.

-Το κύμα νοσταλγίας δεν την άφησε ποτέ.
Απέραντη σιωπή τύλιγε σαν πέπλο την ύπαρξή της.
Ο πόνος που σημάδεψε τη ζωή της στα εικοσιδυό, ήταν δίχως τέλος. Ψυχορραγούσε, της κρατούσα το χέρι σφιχτά. «Μη φοβάσαι» της είπα,μα είχε φτάσει το τέλος… εκεί… στην πλαγιά που αγναντεύαμε και της θύμιζε τόσο τα μέρη του Πόντου.
Με κοίταξε στα μάτια και ζωγράφισε για πάντα στην καρδιά μου …
«το βλέμμα της προσφυγιάς».

Κείμενο – Ζωγραφική : Σοφία Αμπερίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου