Γραμμή βίντεο

Loading...

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Γιάννης Ρίτσος – Ο ποιητής του έρωτα και της επανάστασης



Το παρόν κείμενο είναι αφιέρωμα στον ποιητή του έρωτα και της επανάστασης Γιάννη Ρίτσο, με την ευκαιρία της ανακήρυξης του 2009 ως έτος εορτασμού των 100 χρόνων από τη γέννηση του. Είναι μια απόπειρα προσέγγισης του ανθρώπου Ρίτσου, μέσα από το βλέμμα της ποιητικής αλλά και της εικαστικής πλευράς του δημιουργού. 



 
Στα 1934 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Τρακτέρ»:

«Μητέρα ποίηση, δέξου με, το σώμα μου σταυρός
Και πάνω του καρφώσανε τη ζωή μου Ναζωραίο.
Σε ανάξιους εμοιράστηκε ο δικός μου θησαυρός
Κ’ έχω το φτύσμα ταπεινών στο πρόσωπο το ωραίο
Εγώ, της τέχνης εραστής, με κροτάφους στιλπνούς
Έχω το βλέμμα θάλασσα κ’ εντός μου η ζωγραφιά
Είχα μια απλή κι ευαίσθητη καρδιά που εκράτει εντός
Ως και λυγμούς πουλιών κι ανθών, κι ανασασμούς χρωμάτων…»




 
Με τη μεγάλη και σπουδαία ποίησή του, τραγούδησε τον άνθρωπο, την ομορφιά, την επανάσταση. Μέσα απ' τις δικές του πληγές, κοίταξε τις πληγές κόσμου, έκανε τραγούδι το δάκρυ του κόσμου. Για να σμίξει τον κόσμο...  
«Εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδερφέ μου απ΄ τον κόσμο 
 Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο».
 Είναι ο περισσότερο τραγουδισμένος Έλληνας ποιητής!
«Ανοίχτε τα παράθυρα να μπει το σύμπαν ανθισμένο μ' όλες τις παπαρούνες του αίματός μας. Απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο-στον ήλιο και τραγουδάμε...Το φως κελαηδάει, στις φλέβες του χόρτου και της πέτρας. Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε. Αγαπούμε τη γη, τους ανθρώπους και τα ζώα. Τα ερπετά, τον ουρανό και τα έντομα. Είμαστε, είμαστε κι εμείς όλα μαζί. Μαζί κι ο ουρανός και η γη. Ο ήλιος με φωνάζει, Χαρά, χαρά. Δεν μας νοιάζει τι θ' αφήσει το φιλί μας μες στο χρόνο και στο τραγούδι».
Το 1938 γράφει την Εαρινή Συμφωνία. Ποίημα κοινωνικό - ερωτικό, γεμάτο με τα χρώματα της ίριδας. Δίνει έτσι ένα παγκόσμιο μήνυμα εναντίον του πολέμου, αντιπαραθέτοντας την ομορφιά της ζωής. « Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε. Το φιλί μας σφράγισε την αιώνια σιγή».
                                        
Στο Καπνισμένο Τσουκάλι το 1949 εξομολογείται:                             
«Η καρδιά μου είναι τώρα ένα φαρδύ χωματένιο τσουκάλι…Που μαγέρεψε χιλιάδες φορές για τους φτωχούς... / ένα φτωχό, καπνισμένο τσουκάλι που κάνει καλά τη δουλειά του / και τούτο το τσουκάλι βράζει, βράζει τραγουδώντας. / Ήταν πολύ μακρύς ο δρόμος ως εδώ αδερφέ μου».  
                 
Ο ποιητής εξομολογείται πως συλλογίζεται τώρα, σαν ποιητής που είναι, 
 να βρει μια λέξη που να ταιριάζει στο μπόι της Λευτεριάς,
«μήτε πιο ψηλή, μήτε πιο κοντή - το περίσσιο είναι ψεύτικο, το λιγοστό είναι ντροπαλό»  θα βρούμε το τραγούδι μας. Καλά πάμε….»


 Μια από τις πιο όμορφες και δυνατές στιγμές, στη ραδιοφωνική μου πορεία, ήταν η συνάντηση μου με την μοναχοκόρη του ποιητή. Από εκείνη λοιπόν τη ραδιοφωνική συνέντευξη που μου παραχώρησε η Έρη Ρίτσου το Νοέμβριο του 2007 παραθέτω δύο μικρά αποσπάσματα :
Σ.Α.- Τι πιστεύετε, ήταν αυτό, που επηρέασε καταλυτικά το Ρίτσο στην ποιητική του πορεία;
Ε.Ρ. - Αν η μητέρα του δεν τον προέτρεπε να ζωγραφίζει, αν δεν του διάβαζε βιβλία ίσως και να μην ακολουθούσε αυτό τον δρόμο. Ο πατέρας μου υπήρξε χορευτής στη Λυρική Σκηνή και ηθοποιός , ζωγράφιζε, έπαιζε μαντολίνο και πιάνο. Όταν λοιπόν τον ρώτησα γιατί αποφάσισε να γίνει ποιητής και όχι πιανίστας ή ζωγράφος μου απάντησε ότι είναι πολύ εύκολο να βρει κανείς ένα κομμάτι χαρτί και ένα μολύβι και να γράψει και ότι θα ήταν μάλλον δύσκολο να κουβαλάει το πιάνο ή τους καμβάδες στην εξορία. Ωστόσο η ημερομηνία της γέννησης του 1η Μαΐου είναι μια σημαδιακή ημερομηνία!

Σ.Α. - Έρη Ρίτσου, θωρείτε, πως ο Γιάννης Ρίτσος έχει την ανάλογη αναγνώριση στην Ελλάδα, σε σχέση με το εξωτερικό, όπως για παράδειγμα ότι οι Ρώσοι μελετητές θεωρούν το Ρίτσο «Όμηρο του 20ου αιώνα» και ότι το έργο του είναι τρείς φορές μεγαλύτερο από τα ομηρικά έπη;
Ε.Ρ. - Στο εξωτερικό όντως έχει γίνει μια πολύ μεγάλη μελέτη του Γιάννη Ρίτσου, ειδικά στη Γαλλία όπου ο Λουί Αραγκόν δήλωσε ότι: «Ο Ρίτσος είναι ο μεγαλύτερος ζων ποιητής που γνώρισα» Ο Ρίτσος είναι παγκοσμίως μεταφρασμένος και διαβασμένος. Όσο για την Ελλάδα πιστεύω πως κάποια πράγματα επαναπροσδιορίζονται και μπαίνουν σε καινούργιες βάσεις. Ήταν ενταγμένος στο ΚΚΕ από την αρχή και συνέχισε ως το τέλος, χωρίς να κάνει εκπτώσεις στα πιστεύω του. Δεν θα μπορούσε ο Ρίτσος να γράψει τον Ορέστη, αν ο ίδιος δεν είχε ζήσει όλες τις διώξεις που έζησε και δεν είχε γράψει τη «στρατευμένη» ποίηση που έγραψε. Το ένα προϋποθέτει το άλλο. Από το ποιητικό έργο του Ρίτσου, δεν μπορώ να πω ότι κρατώ μόνο το ένα κομμάτι και το άλλο επειδή δεν μου ταιριάζει το παραμερίζω. Το έργο του υπήρξε ένα πεδίο μάχης για τους αστούς διανοούμενους της εποχής του ‘30 και αργότερα δεν υπήρχε, ενώ για τους αριστερούς υπήρχε σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα, μόνο το έργο που έχει να κάνει με τα ιδανικά της αριστεράς. Δηλαδή οι αριστεροί υποβάθμισαν το υπαρξιακό, φιλοσοφικό, λυρικό έργο του καθώς και αυτό που είχε να κάνει με την αρχαία Ελλάδα. Ήταν οι καταστάσεις της εποχής που μας ανάγκασαν να σταθούμε στο επικαιρικό και το επαναστατικό έργο του. Νομίζω ότι περνώντας τα χρόνια θα έχουμε την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουμε και να θέσουμε σε νέα βάση το έργο του.
Ένα πρώτο συμπέρασμα, που μπορεί κανείς να βγάλει διαβάζοντας Ρίτσο, είναι πως το έργο του είναι διάχυτο πάντα με χρώματα, ευωδιές και ομορφιές της πατρίδας μας. Ασβέστης και μάρμαρο, σκίνα και βάτα, πασχαλιές και κυκλάμινα, κυπαρισσόμηλα, λεμονιές και λιόδεντρα . Το κόκκινο του ήλιου, η φλέβα του πλατάνου και το γαλάζιο της θάλασσας. Στοιχεία ελληνικά και αγαπημένα που ανήκουν σε όλους μας, χωρίς καμία εξαίρεση.

Ποιητή μου, με πόσους τρόπους μας είπες πως « Η ζωή είναι ωραία…»
«…Δεν έχει σημασία που ασπρίσαν τα μαλλιά μου, 
(δεν είναι τούτο η λύπη μου – η λύπη μου είναι ότι δεν ασπρίζει η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου».
 «Γερνάω από μιαν απέραντη νεότητα που δεν εννοεί να γεράσει».

"Ερωτικό"
 Με το κόκκινο του αίματος, είμαι.  Είμαι για σένα.


Αιώνιος έφηβος ο ποιητής, που ψάχνει για το είναι και όχι για το φαίνεσθαι!
Για εκείνον η Τέχνη και η Ελευθερία ήταν πάντα στη συνείδησή του έννοιες αλληλένδετες. Η ζωγραφική μαζί με τη μουσική, στάθηκαν πάντα για το Γιάννη Ρίτσο η καταφυγή του στις δύσκολες ώρες, από τα παιδικά του χρόνια στη Μονεμβασιά. Ζωγράφισε με τις λέξεις των ποιημάτων του και μίλησε με τα βλέμματα στις ζωγραφιές του. Στην ποίηση του η μια λέξη βοηθάει την άλλη και η ανάμειξη τους οδηγεί σε μια ανακάλυψη, σε ένα συναίσθημα, σε μια σκέψη. Η ζωγραφική του λειτουργεί απρόβλεπτα, εκπλήσσοντας μας με κάθε σχέδιο και κάθε σχήμα.
Ο ίδιος έλεγε: «Τη ζωγραφική την αντιμετωπίζω σαν έναν άλλο τρόπο άσκησης της ποίησης». Βέβαια, το υλικό των δύο τεχνών είναι διαφορετικό, όμως η έκφρασή τους ξεκινάει από το ίδιο κέντρο...
Ο Γ. Ρίτσος άφησε πίσω του αξιόλογα δείγματα ζωγραφικής τέχνης που αποκαλύπτουν τη μοναδικότητα, την ευαισθησία, το ρομαντισμό και τα πάθη του. Ζωγράφισε πάνω σε πέτρες φερμένες από τα ελληνικά ακρογιάλια και τα μαρτυρικά νησιά, όπου συχνά από το 1948-1970 βρέθηκε εξόριστος.
Πάντα εμπνεόμενος από τους διαφορετικούς χρωματικούς σχεδιασμούς και τα φυσικά τους σχέδια. Πέτρες μονόχρωμες ή πολύχρωμες, ζωγραφικές ή γλυπτικές. Μετέτρεψε σε μαρτυρικές φυσιογνωμίες, γέρικα πρόσωπα και ανθρωπόμορφα τέρατα. Συνομίλησε μαζί τους και κατέθεσε σε αυτές δυνατά βιώματα. Απεικόνισε σε ανώμαλες επιφάνειες πρόσωπα και γυμνά ανθρώπινα σώματα. Αποτύπωσε πάνω σε πέτρες, βότσαλα, και κόκαλα. Πάνω σε άγριες και ροζιασμένες ρίζες που ξέβραζε η θάλασσα, μορφές, όπως τις είδε ο ποιητής να αναδύονται μέσα από εσοχές και τις εξοχές τους.

Μορφές οικείες και αναγνωρίσιμες, γυναίκες και κόρες πότε αισθησιακές και πότε πονεμένες, βγαλμένες μέσα από τους λαϊκούς αγώνες, μορφές που έγιναν μαρτυρικές φυσιογνωμίες, γέρικα πρόσωπα και ανθρωπόμορφα τέρατα. Μορφές που μοιάζουν να ξεφεύγουν από τις μικρές διαστάσεις της πέτρας και του ξύλου για να εκφράσουν αγωνία, πόνο, λύπη., αναμονή, αισθησιασμό.
Το τραγικό του βίωμα αποτυπώθηκε στις ρίζες, εκφράζοντας για τον Γιάννη Ρίτσο τον αγώνα ενάντια στις δυνάμεις της φθοράς, της αδικίας -φυσικής και κοινωνικής- ενάντια στις δυνάμεις του θανάτου.
Η δημιουργική του ευαισθησία κι η άνεσή του στο σχέδιο και στο χρώμα επεκτείνονται και στις ακουαρέλες που φιλοτέχνησε, στα κομμάτια από τζάμι και στα τενεκεδένια κουτιά μπισκότων.

Ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης, με το δικό του ιδιότυπο τρόπο θα πει: «Ο Ρίτσος σχεδιάζει ή ζωγραφίζει ή ελευθερώνει από τις πέτρες και τις ρίζες των καλαμιών το κρυμμένο πνεύμα τους, το αόρατο και κρυμμένο μυστικό τους».

Μέσα στο εικαστικό σύμπαν του Ρίτσου, υπάρχουν όλες οι όψεις του μοναχικού, ερωτικού, ασκητικού, επικού και λυρικού ποιητή. Συχνά έλεγε :
«Η ποίησή μου είναι το πρόσωπό μου. Η τέχνη στην οποία είμαι αφοσιωμένος.
Η ζωγραφική μ’ έκανε να νιώθω απελευθερωμένος».
Η ζωγραφική όμως υπήρξε για τον ποιητή μια ανάπαυλα από τη συγγραφική δουλειά. Χρησιμοποιούσε ευτελή υλικά, όπως ρίζες, πέτρες, κόκαλα, κοχύλια, πηλό και τσιγαρόκουτα, πάνω στα οποία ζωγράφιζε (υδατογραφία, μονοτυπία, σχέδιο με μολύβι ή μελάνι, χαλκογραφία) και μετέτρεψε συναισθήματα και μνήμες σε πρωτότυπες εικαστικές δημιουργίες.
Είχε πλήρη συνείδηση του τι ακριβώς κάνει, είχε εκτιμήσει τη δουλειά του στις σωστές διαστάσεις και είχε την πίστη πως οι άνθρωποι θ΄ αγαπήσουν και θα εκτιμήσουν το έργο του.
Φύση αισιόδοξος άνθρωπος, ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές έβρισκε χαραμάδες φωτός. Παρόλο που έζησε μια ζωή γεμάτη προσωπικά δράματα και εξορίες, η τέχνη του είναι γεμάτη με εικόνες αγώνα, πίστης σε ιδανικά. Αλλά και χρώματα, γεύσεις και μυρωδιές της Ελλάδας, που ποτίζουν τη γραφή του και την κάνουν να προσεγγίζει τις καρδιές μας. Μιλούν στον καθένα μας, άσχετα από την πολιτική του προτίμηση ή την οποιαδήποτε κομματική του στράτευση. Μεγάλο μέρος της ζωής του ο Ρίτσος το έζησε μες στην ανέχεια. Δούλεψε γραφέας, επιμελητής εκδοτικού οίκου, ηθοποιός και χορευτής. Προσβλήθηκε κι εκείνος από φυματίωση, που τον ταλαιπώρησε για χρόνια. Και όσο για τη στράτευσή του στην Αριστερά, την πλήρωσε με απανωτές διώξεις, εκτοπισμούς και εξορίες στη Λήμνο, στη Μακρόνησο, στον Αϊ-Στράτη και στην Ικαρία.

Σε κάθε του στίχο θα βρούμε τα χαμένα ιδανικά, ενός κόσμου σήμερα αλλοτριωμένου, μέσα στον οποίο το σύνολο του έργου του ποιητή της Ρωμιοσύνης και του κόσμου όλου, αποτελεί παρακαταθήκη, που ανήκει στην κιβωτό της ιστορίας του Έθνους.
Τα έργα που τον έκαναν διάσημο όσο ζούσε είναι ο Επιτάφιος και η Ρωμιοσύνη (λόγω βεβαίως της μελοποίησής τους από τον Θεοδωράκη).
Είναι πασίγνωστο επίσης ότι ο Ρίτσος έθεσε το ταλέντο του στην υπηρεσία της Αριστεράς και στην υπόθεση της επανάστασης, χωρίς ουσιαστικές παλινδρομήσεις, σοβαρές αμφιβολίες, αντιφάσεις και τα σχετικά. Υπήρξε ο επίσημος ποιητής της Αριστεράς, που τον τίμησε όσο κανέναν άλλο, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδος. Το 1977 θα του απονεμηθεί το βραβείο «Λένιν για την ειρήνη». Πέθανε το Νοέμβριο του 1990.
Όμως ο αγαπημένος μας Γιάννης Ρίτσος είναι πάντα εδώ...
«Να με θυμόσαστε » είπε. «Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα. Την ομορφιά/ ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια./ Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ’ ένα κρινάκι του αγρού/ τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε». (Τ ο ν θ υ μ ό μ α σ τ ε ;)

Τον θυμόμαστε και είναι πάντα εδώ μέσα από τους στίχους, τα ποιήματα, τις ζωγραφιές του, το ήθος και τις αξίες που δίδαξε με το δικό του παράδειγμα .

«Αδέρφια μου, μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει 
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του.
Δώστε τα χέρια, αδέρφια μου, αυτό 'ναι η ειρήνη»

Τον θυμόμαστε γιατί πολύ αγάπησε τον Κόσμο και την Ποίηση.
Γιατί δίδαξε ήθος και αξίες και στάση ζωής με το παράδειγμα του.
Γιατί μας παρηγόρησε τραγουδώντας τον Έρωτα, την Αρμονία, την Επανάσταση. Τη Δύναμη και την Ομορφιά της Δημιουργίας και του Ανθρώπου. Μας δίδαξε μέσα από τα τραγούδια - καρποί της γόνιμης συνάντησής του με Έλληνες συνθέτες.

«Αν όλα τα παιδιά της γης φωνάζαν τους μεγάλους
Κι άφηναν τα γραφεία τους και μπαίναν στο χορό
Ο κύκλος θα γινότανε πολύ – πολύ μεγάλος
κι ολόκληρη τη γη μας θ΄ αγκάλιαζε θαρρώ».

Ο Γιάννης Ρίτσος εξεγειρόταν σε όλη του τη ζωή κατά της αδικίας, με τον γόνιμο τρόπο του ανυπότακτου. Ήταν εναντίον της εξουσίας, όσο κι αν του στοίχισε αυτό, πιστός στην ιδεολογία του, ασυμβίβαστος. Αριστερός, με την παλιά έννοια, όταν ο όρος αυτός σήμαινε ήθος, αξίες, άρνηση απέναντι σε ό,τι καταστρέφει και υποβαθμίζει τη ζωή, θέση απέναντι σε ό,τι την κάνει να αξίζει. Δεν προσήλθε στην Αριστερά με τις αποσκευές της συμβατικότητας. Συντάχθηκε με το κομμουνιστικό κίνημα στην εξαιρετικά δύσκολη δεκαετία του ’30, αφού πριν, στα σανατόρια απ’ τα οποία πέρασε (ως άπορος, αυτός, το πρώην αρχοντόπουλο) σπούδασε τις μαρξιστικές ιδέες και συγχρωτίσθηκε με τους επαναστατημένους της εποχής.

Και έμεινε όρθιος, αλύγιστος, ασυμβίβαστος...
Όπως έγραφε μεταφράζοντας ένα ποίημα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι:  
«Το μέλλον δε θα ’ρθεί από μονάχο του,
 έτσι , νέτο-σκέτο, αν δεν πάρουμε μέτρα κι εμείς».

Ο Ρίτσος, είναι ο ποιητής που πάλεψε για τη γενιά του, κι όλου του κόσμου το καλό, με όπλο την πένα του , συνέχεια του χεριού, συνέχεια του μυαλού και της καρδιάς. Δεν είναι ποιητής μόνο δικός μου και δικός σου, είναι ποιητής ολάκερου του κόσμου.
«Την πρώτη και την τελευταία σου λέξη την είπαν ο έρωτας κι η επανάσταση.
 Όλη σου τη σιωπή την είπε η ποίηση».

Ένας ελάχιστος φόρος τιμής και απόδοσης σεβασμού στον άνθρωπο που μετουσίωσε σε τέχνη το βίωμα του, απεγκλωβίζοντας τη μιζέρια και τη δυστυχία, οδηγώντας τον εαυτό του αλλά και μας μαζί του, σε μονοπάτια φωτός. Μένει σε μας, να κάνουμε κτήμα τη ζώσα ουσία του έργου του.


Κείμενο, προσωπογραφία και  ζωγραφικά έργα
για το Γ. Ρίτσο φιλοτέχνησε η Σοφία Αμπερίδου
Ζωγράφος- Αγιογράφος-Παραγωγός Ραδιοφώνου

Το κείμενο αναρτήθηκε και στο http://sketbe.blogspot.com/2009_03_01_archive.html









Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Το μέλλον της Αγιογραφίας με το βλέμμα στο παρελθόν.


Σήμερα οι άνθρωποι αγνοούν ή παραβαίνουν τους κανόνες αγιογράφησης παραμορφώνοντας την εικόνα. Η παραμόρφωση προέρχεται από το ότι οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν πια τη δογματική και διδακτική σημασία της εικόνας. Από καιρό εξάλλου χάσαμε το κλειδί της γλώσσας με την οποία η εικόνα μας μιλά και δεν είναι άλλο από την έννοια της Μεταμορφώσεως και Υπερβάσεως του ανθρώπου που αποτελεί την κεντρική ιδέα της χριστιανικής πίστης. Ο Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης λέγει: «Ο νάρθηκας παριστάνει τη γη και κάθε γήινο στοιχείο, ο τρούλος τον ουρανό κι Αγ.Τράπεζα παριστάνει αυτό που είναι υψηλότερα από τον ουρανό, τον ποιητή θεό. Πάνω σε αυτή την εικόνα βασίζεται το χτίσιμο και η αγιογράφηση των εκκλησιών. Η αρχιτεκτονική του ναού, η εικονογραφία και η ψαλμωδία εκφράζουν ιερές αλήθειες αλλά κι ένα μόνιμο γεγονός που συνέβη και φανερώνει τη μεγάλη αλήθεια. Χρειάζεται αρμονία ανάμεσα σε όλα αυτά τα στοιχεία και στα σύμβολα που τις εκφράζουν.

Η εκκλησία καθόρισε σαφώς τη δογματική σημασία της εικόνας τους χρόνους της εικονομαχίας τον 8ο και 9ο αιώνα. Σύμφωνα λοιπόν με την παράδοση η εικονογράφηση του ναού βασίζεται σε δύο πραγματικότητες:

1ον.. Σε ένα ιστορικό γεγονός και 2ον Στην αποκάλυψη που ξεπερνά τα σύνορα του χρόνου και αναπαριστά όσο μπορεί πιο πιστά την ιστορική πραγματικότητα.

Κάποιοι νομίζουν πως έχουν το δικαίωμα να δημιουργούν συνθέσεις που μόνο σύγχυση προκαλούν. Ωστόσο η κυριότερη σύγχυση βρίσκεται ανάμεσα σε δύο διαφορετικά πράγματα, στην αγιογραφία και τη θρησκευτική ζωγραφική.

Η αγιογραφία, τέχνη πνευματική και λειτουργική, μεταδίδει την αποκάλυψη του μυστηρίου της πίστεως. Αντίθετα η θρησκευτική ζωγραφική είναι σαρκική, υλιστική και αναπαραστατική. Καθρεφτίζει τον κόσμο που νοιώθουμε με τις αισθήσεις και τις συγκινήσεις, μεταδίδοντας ατομικές αναζητήσεις. Με βάση τον παραπάνω διαχωρισμό ο ζωγράφος-αγιογράφος παρουσιάζει την προσωπικότητα του και η ελευθερία του εκδηλώνεται εις βάρος εκείνων που βλέπουν τη ζωγραφιά-αγιογραφία αφού εκείνος (ο ζωγράφος δηλ.) μπαίνει ανάμεσα σ’ αυτούς και στην πραγματικότητα. Τέτοια έργα ανήκουν στη θρησκευτική ζωγραφική και όχι στην αγιογραφία. Με βάση αυτά τα στοιχεία γίνεται αντιληπτό ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε ανατροπή της τέχνης προκαλώντας και θίγοντας ειρωνικά αμφότερα τα πρόσωπα της εκκλησίας και της ιστορίας χωρίς κανένα σεβασμό.

Η εκκλησία είναι χώρος έκφρασης λατρείας μέσω της τέχνης, όμως δεν είναι γκαλερί !!! Η εικόνα θέλει να την πλησιάσεις ως «άνθρωπος νηπιάζων» και

με τα «έσω μάτια της ψυχής» που οδηγούν από τα εφήμερα στα αιώνια, από τα γήινα στα ουράνια. Αυτό λέγεται αναγωγή ή άλλως πως Υπέρβαση.

Αυτά έμαθα από το Φώτη Κόντογλου αυτά λέω…μεταλαμπαδεύοντας με πάθος τη βυζαντινή αγιογραφία, χάρη στην οποία η Ελλάδα αναγνωρίστηκε ευρύτερα σαν πρωτοπόρος της ζωγραφικής τέχνης που κινείται στα ρεύματα όλων των καιρών και περιστάσεων και που πάντα έχει να διδάξει κάτι στη σύνθεση, το σχέδιο, το συμβολισμό, το χρώμα, την προοπτική… την αέναη κίνηση των πάντων, τελικά τη Μελλοντική του ανθρώπου.


Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2011

Παναγία Σουμελά - Αλέξης Παρχαρίδης.wmv


Της Παναγίας το ποτάμι σταματημό δεν έχει
Της καρδιάς μου η σκέψη προς τα πίσω τρέχει

Άσπιλη ΜοΥ Παναγία, Παναγία Πλατυτέρα
το σκοτάδι και τη νύχτα κάνετα φως κι ημέρα

Η Παναγία μας φυλάει τα μέρη έναν - ένα
Η χώρα του αχώρετου η άχραντος Παρθένα

Κι ας είναι αλλοτριωμένα κι ας έγιναν ξένα
Έμειναν καταπράσινα και χιλιοευλογημένα





Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Το Βλέμμα της Προσφυγιάς



-Τον τελευταίο καιρό η γιαγιά ήταν κατάκοιτη, η κούραση από το πέρασμα
των χρόνων βάραινε το κορμί και τη ζωή της. Τα μεγάλα καστανά της μάτια ξεθώριασαν κ’ είχαν πάρει την απόχρωση ουρανού μετά τη βροχή.
"Κράτα το χέρι μου" ψιθύρισε, "κρυώνω και φοβάμαι".
Τι φοβάσαι; τι ρώτησα, δεν έχεις λόγο να φοβάσαι γιαγιά μου!
"Πού είμαι,πού βρίσκομαι,πού είσαι Σοφία;"
-Γιαγιά εδώ είμαι, της είπα, μα δε νομίζω πως με άκουσε.
Το χέρι της ήταν φωτιά κι ο πυρετός δεν έλεγε να κατεβεί…

Γιαγιά: Περπατούσαμε πολλές μέρες, έπρεπε να φτάσουμε στη θάλασσα να πάρουμε το καράβι για την Ελλάδα.«Από δω,από δω,φώναξεέναςάντρας, νερό!Ένα μικρό ποτάμι!».
Σταματήσαμε για λίγο να ανακουφίσουμε τη δίψα μας και να βγάλουμε από πάνω μας όση βρωμιά μπορούσαμε.Οι άντρες έφυγαν πιο πέρα, ήταν ντροπή να βλέπεις τις γυναίκες
να λούζονται. Κι ύστερα έπρεπε να πλύνουμε και κείνα τα πανιά που χρησιμοποιούσαμε για τις ανάγκες του μήνα και που πλήγωναν αφάνταστα το εσωτερικό μέρος των ποδιών στο περπάτημα.Το ποτάμι στη μια του όχθη βάφτηκε κόκκινο… τι ντροπή σκέφτηκα!
Μα τι μπορούσαμε να κάνουμε; Τα πλέναμε όπως - όπως και τα απλώναμε στους θάμνους να στεγνώσουν.
«Τι εντροπή κορίτσι’ μ, τι εξευτελισμός! Επιτέλους Σοφία έβγα ασό νερόν…», μα αυτή δεν έλεγε να βγει κι ήταν η αιτία του χαμού της. Κρύωσε, μελάνιασε σχεδόν και δεν μας είχε αναφέρει καν την αιμοραγία που είχε τις τελευταίες μέρες. Μέσα στην απόγνωση και την αγωνία μας να φτάσουμε στη θάλασσα όλα έμοιαζαν ασήμαντα.
Ξεκινήσαμε πάλι, μα αυτή τη φορά η πορεία ήταν του θανάτου.
Σαν τα πουλάκια του θεού ένας - ένας έπεφταν στα χωράφια νεκροί, οι άνθρωποι μας.

Γιαγιά: «Κράτα το χέρι μου», έλεγε. «Κρυώνω.. φεύγω…».Φύγαμε κι εμείς αφού τη σκεπάσαμε πρόχειρα με χώμα. «Αχ! αδερφούλα μου», μας κυνηγούσαν δεν προλαβαίναμε.

-Λίγο αργότερα, οι δροσερές κομπρέσες έκαναν καλή δουλειά, μιας και η γιαγιά άρχισε να συνέρχεται από το παραλήρημα. Σε μια βδομάδα ζήτησε να την πάμε στο χωριό, εκεί ψηλά στο λόφο όπως το συνηθίζαμε παλιά, πριν πάμε να ζήσουμε στην πόλη.
Αγναντεύαμε τη θάλασσα πέρα μακριά…

Γιαγιά: Εϊκείτη πούλι’μ, ντο έσυράμε, ως να δεβαίνωμε τα στράτας και να φτάνομε σο παπόρ… Το καράβι είχε αράξει στο λιμάνι πολλές μέρες πριν και περίμενε. Ώσπου τελικά φόρτωσε, κυνηγημένες ψυχές, διωγμένα σώματα, νεκρές ψυχές σε ζωντανά κορμιά, γδαρμένα, ματωμένα, πονεμένα …
-«Που πάτε; Μη φεύγετε… γιατί μας αφήνετε;Τι θα κάνουμε;… Χωρίς εσάς, δε θα αντέξουμε… θα πεθάνουμε…», φώναξε η τουρκάλα γειτόνισσα κι άπλωσε τα χέρια της,
μ’ αγκάλιασε τόσο σφιχτά που τα δάχτυλά της άφησαν σημάδια στα γυμνά μου μπράτσα…
«Ποιος θα μαζέψει τα κεράσια και τα φουντούκια;»

Γιαγιά: Ύστερα σκέπασε το πρόσωπο με το μαντήλι της για να μη δουν τα δάκρυά της
οι στρατιώτες. Φύγαμε τρέχοντας σχεδόν, παίρνοντας μαζί μας μια κουβέρτα, μια κατσαρόλα , δυο κουτάλια ... Αφήσαμε πίσω σπίτι, πατρίδα, τη μέχρι τότε ζωή μας, την ίδια την ψυχή μας.Φτάσαμε στο λιμάνι. Αναβαίναμε τη σκάλα του καραβιού και τότε κατάλαβα πως έχασα το παπούτσι μου. Γύρισα και κοίταξα πίσω, στάθηκα παγωμένη ίδια στήλη άλατος. «Να μείνω εδώ» σκεφτόμουν, ας γίνει κάτι να τρυπήσω τη γη να καρφωθώ μέσα της και να γίνω δέντρο, μια κερασιά και να έρχονται τα παιδιά το Μάη να κρεμάνε σκουλαρίκια τα κεράσια μου στο αυτί τους.
Να γίνω μια φουντουκιά εκεί στην άκρη στο χωράφι να πιάνω κουβέντα με τις αγριοφράουλες. Ένα χέρι ξαφνικά με άρπαξε … «Το καράβι φεύγει, κουνήσου!».

Γιαγιά: Ήταν ο παππούς σου. Ψηλός, θεόρατος, με φαρδιές πλάτες, ίδιος Τραντέλλενας με την δίχρονη κόρη μας αγκαλιά. Στα μάτια μου πάγωσε το τελευταίο βλέμμα του φευγιού, η πίκρα περίσσεψε κι η καρδιά έσταξε αίμα, εκατομμύρια σταγόνες… συντρίμμια… σαν το κύμα που σκάει στο βράχο.
Ο κόσμος κουβάρι, ο ένας πάνω στον άλλον.
Κουλουριάστηκα σε μια γωνιά κι έμεινα σαν πέτρα ακίνητη δυο μέρες.
Έτσι αλλάξαμε ουρανό, χώμα, νερό κι αγέρα, χάσαμε την πατρίδα μας.

-Ένα απαλό αεράκι φύσηξε.
Ένιωσα τη γιαγιά μου να γέρνει στη ρίζα της κερασιάς που είχε φυτέψει ο παππούς, γύρισα και την κοίταξα. Κάτι στο μέρος της καρδιάς της φτερούγισε και δυο-τρεις πτυχές από τη ζακέτα της μου φάνηκε πως σχημάτισαν ένα καραβάκι.

Γιαγιά:Ταξιδεύω τώρα πούλι’ μ, πίσω, ’ς ην πατρίδαν.
Κάθε βράδυ ταξιδεύω, συναντώ τη μάννα’μ, τον πατέρα’μ, την αδελφή’μ.

-Το κύμα νοσταλγίας δεν την άφησε ποτέ.
Απέραντη σιωπή τύλιγε σαν πέπλο την ύπαρξή της.
Ο πόνος που σημάδεψε τη ζωή της στα εικοσιδυό, ήταν δίχως τέλος. Ψυχορραγούσε, της κρατούσα το χέρι σφιχτά. «Μη φοβάσαι» της είπα,μα είχε φτάσει το τέλος… εκεί… στην πλαγιά που αγναντεύαμε και της θύμιζε τόσο τα μέρη του Πόντου.
Με κοίταξε στα μάτια και ζωγράφισε για πάντα στην καρδιά μου …
«το βλέμμα της προσφυγιάς».

Κείμενο – Ζωγραφική : Σοφία Αμπερίδου

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2011

Η Μετανοούσα Μαγδαληνή του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου


Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, γνωστότερος ως Ελ Γκρέκο γεννήθηκε το 1541 στο Χάνδακα της Κρήτης και πέθανε 7 Απριλίου 1614. Ήταν το 1990 όταν ο Δήμος Ηρακλείου πραγματοποίησε έκθεση αφιέρωμα για τα 450 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου τέκνου της του ζωγράφου Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, καθώς και «Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο» σχετικά με την τέχνη του. Η έκθεση στεγάστηκε στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου –Εμπορικό Επιμελητήριο από 1 Σεπτεμβρίου – 10 Οκτωβρίου 1990.

Εκείνο το διάστημα είχα τη χαρά να ζω στην ανατολική Κρήτη και ευλογούσα την τύχη μου γι’ αυτή την εξαιρετική συγκυρία κι ευκαιρία που θα είχα να δω από κοντά τα έργα του ζωγράφου, που με είχε μαγέψει από την πρώτη φορά που είδα έργα του στα σχολικά βιβλία. Έκτοτε μαζί με τον Βαν Γκογκ και τον Άλμπρεχτ Ντύρερ έγιναν οι αγαπημένοι μου ζωγράφοι. Σημειωτέον ότι η έκθεση παρουσιάστηκε μόνο στο Ηράκλειο και δεν μεταφέρθηκε σε άλλες πόλεις, με αποτέλεσμα τη μεγάλη κοσμοσυρροή από πολλά μέρη της Ελλάδας. Χαρακτηριστικά θυμάμαι την περιγραφή μιας αγράμματης γυναίκας που επισκέφθηκε την έκθεση,και την τρομερή εντύπωση που της έκαναν οι φαρδιές κορνίζες των έργων!
Λίγες μέρες πριν την άφιξη των πινάκων, που έστειλαν προς τιμήν τους τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου που τα φιλοξενούν, περιπολικά της αστυνομίας και λοιποί άνθρωποι της ασφαλείας είχαν κυκλώσει το νησί από άκρη σε άκρη δεν ξέρω για ποιους ακριβώς λόγους ασφαλείας. Η περιφρούρηση ήταν πραγματικά πολύ ιδιαίτερη, ακόμη και στην ίδια τη Βικελαία Βιβλιοθήκη όπου πραγματοποιήθηκε η έκθεση. Παράλληλα στην αίθουσα «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος» της Βικελαίας Βιβλιοθήκης φιλοξενήθηκε έκθεση χειρογράφων σχετικών με τη ζωή και το έργο του El Greco.

Σαν ένα όνειρο γλυκό κι ανεπανάληπτο θυμάμαι την περιήγηση μου στο χώρο της έκθεσης. Ότι καλύτερο για τα μάτια της ψυχής μου. Είκοσι χρόνια μετά ξεφυλλίζω το πολύτιμο τόμο - λεύκωμα αφιέρωμα στο μεγάλο δημιουργό (σε επιμέλεια του Ν.Χατζηνικολάου- Καθηγητή της Ιστορίας της Τέχνης) και νιώθω την ίδια συγκίνηση και ριγώ, όπως όταν πέρασα το κατώφλι της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου για ν΄ αντικρίσω τους λατρευτικούς πίνακες του.
Σύμφωνα με το θρησκευτικό συναίσθημα εκείνης της εποχής, οι απεικονίσεις επικεντρώνονται στις ουσιώδεις μορφές, έτσι ώστε να εξαίρεται η πνευματική διάσταση του θέματος, και να οδηγεί τον πιστό να συγκεντρώσει την προσοχή του στο θεολογικό περιεχόμενο.

Δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές στάθηκα και για πόση ώρα μπροστά στο έργο Ο Εσταυρωμένος Χριστός . Μέσα από την απόδοση της έλλειψης βάρους και του σωματικού πόνου αλλά και με το κεφάλι του Χριστού στραμμένο προς τον ουρανό μ’ ένα βλέμμα γεμάτο εγκατάλειψη, ήταν φανερό για όποιον ξέρει να αποκωδικοποιεί τα ζωγραφικά εκφραστικά μέσα, πως ο Δ.Θ. ήθελε ν’ αποδώσει όχι τη φυσική αλλά την πνευματική κατάσταση του Ιησού.Ο μέγας Έλληνας καλλιτέχνης Δομήνικος Θεοτοκόπουλος χαρακτηρίστηκε ως ο πιο πνευματικός ζωγράφος της εποχής του και μέχρι σήμερα κατέχει δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στους μείζονες ζωγράφους όλων των εποχών.

Περιφερόμουν όλη εκείνη την ημέρα στο χώρο της έκθεσης, κάνοντας επανειλημμένα στάσεις σε διάφορα έργα όπως, Ο Ευαγγελισμός, Η Στέψη της Παρθένου, Ο Σωτήρας Χριστός, , Ο Χριστός αίρων τον Σταυρό, Ο Απόστολος Παύλος, Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, οι Αυτοπροσωπογραφίες του.Εκείνο όμως το έργο που κυριολεκτικά κέρδισε όλη μου την προσοχή και την αγάπη, για να γίνει ένα από τα πιο αγαπημένα μου έργα, να μην πω το πιο αγαπημένο, είναι η Μαρία Μαγδαληνή. Είναι από τα πιο σημαντικά έργα του μεγάλου δημιουργού και χρονολογείται γύρω στα 1577 περίπου και βρίσκεται στο Μουσείο Καλών Τεχνών στη Βουδαπέστη.
Είναι ζωγραφισμένο με λάδι σε καμβά, διαστάσεων 1,57 χ 1,21 μ.
Η μνημειακή μορφή της Μαγδαληνής εικονίζεται σε τρία τέταρτα, και βρίσκεται σε ένα τοπίο, που δείχνει το ηλιοβασίλεμα πίσω από μία γαλάζια οροσειρά και ξύλινες κατασκευές στο βάθος αριστερά.
Ο γυμνός βράχος στα δεξιά που απαλύνεται μόνο με ένα κλαδί κισσού, υπενθυμίζει ότι η αγία έζησε για ένα διάστημα στην έρημο.
Έντονα και καθαρά τα χαρακτηριστικά της, όπως τα αισθησιακά χείλη και τα πλούσια χρυσά μαλλιά υποδηλώνουν ότι ακόμη δεν έχει υποφέρει και ότι ακόμη δεν έχει μετανοήσει. Αντίθετα, περιβάλλεται από μία ατμόσφαιρα αθωότητας.
Είναι τυλιγμένη με ένα ύφασμα στο χρώμα της λεβάντας πάνω σε χιτώνα από άσπρη δαντέλα και η παρουσία του σώματος της τονίζεται από το μισοκρυμμένο στήθος που καλύπτεται μόνο μ’ ένα πλούσιο πέπλο.

Τα μάτια της Μαγδαληνής υψώνονται στον ουρανό δίνοντας στο πρόσωπο της όψη κάποιου που περιμένει ένα όραμα. Λάμπει και ακτινοβολεί από μια εσώτερη γνώση και υπαινίσσεται πως έχει δεχθεί κάποια αποκάλυψη και ένα εσώτερο φως.
Η ‘μανιεριστική’ τοποθέτηση των χεριών, που χαρακτηρίζει το Δομήνικο Θεοτοκόπουλο είναι εμφανής κι εδώ στα λεπτά δάχτυλα των χεριών της αγίας και αποτελούν αναφορά στην ταπεινοφροσύνη και τη δεκτικότητα της.
Την παράσταση συμπληρώνουν το κρανίο και το βιβλίο, που συμβολίζουν τη σκέψη του θανάτου, ενώ το γυάλινο μυροδοχείο αναφέρεται στην ολοκληρωτική αφοσίωση της στο Λυτρωτή. Το έργο χαρακτηρίζεται από θρησκευτικό πνεύμα και μία τάση για προσευχή και μετάνοια.Η Μαρία Μαγδαληνή αποτελεί το αρχέτυπο του μετανοούντος αμαρτωλού.

Τη Μετανοούσα Μαγδαληνή του Θεοτοκόπουλου είχα για δεύτερη φορά τη χαρά να δω από κοντά σε Μουσείο της Βουδαπέστης όπου κατείχε εξέχουσα θέση. Ευχαριστώ τον άγγελο μου που με αξίωσε και με κατέστησε κοινωνό στο έργου του μεγάλου Έλληνα ζωγράφου.

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Ο ποιητής της θάλασσας και του ονείρου




ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Ο Νίκος Καββαδίας φαίνεται ό,τι από πολύ νωρίς κατάλαβε πως κατά βάθος είμαστε όλοι με τον τρόπο μας «ναυτικοί και θαλασσινοί εξ απαλών ονύχων», είτε πολύ είτε λίγο. Όμως αυτός είναι από τους λίγους που ταξίδεψε πραγματικά σε δρόμους που συναρπάζουν τους «ναυτιλλόμενους αναγνώστες»! Ο Καββαδίας ταξιδεύει από τα είκοσι του σχεδόν ασταμάτητα και δημοσιεύει σποραδικά κάποια ποιητικά γυμνάσματα.

Ολιγογράφος ποιητής ο Καββαδίας έγραψε περίπου εξήντα ποιήματα. Οι χαρακτηρισμοί ποιητής του ταξιδιού και της φυγής προσανατόλισαν περιοριστικά την ιδιαιτερότητα του έργου του. Το σημαντικό είναι πως η ποίηση του εξακολουθεί να γοητεύει και να έλκει τον αναγνώστη, με την ζωηρή εικονοποιία του, το ρυθμό και το χιούμορ, αλλά και με τα «κρυμμένα νοήματα» και τις αλληγορικές λέξεις, που σου δημιουργούν τη διάθεση να τον ερευνήσεις και να τον τραγουδήσεις.

Ο Καββαδίας αρέσει και θα αρέσει πάντα γιατί η ποίηση του είναι φυγή και απόδραση σ’ έναν κόσμο διαφορετικό από αυτόν της καθημερινότητας. Ποιος δεν έχει σιγοψιθυρίσει «Πρώτο ταξίδι έφυγε ναύλος για το νότο…»,
«Το πειρατικό του Captain Jimmy, που μ’ αυτό θα φύγετε κι εσείς»
«Στο ημερολόγιο γράψαμε: «Κυκλών και καταιγίς»,εστείλαμε το sos μακριά σε άλλα καράβια»,«Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία»,
«Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό-στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου».

Ο ποιητής γεννήθηκε το 1910 σε μια μικρή πόλη της Μαντζουρίας κοντά στο Χαρμπίν, από γονείς Έλληνες (Κεφαλλονίτες. Όταν ήταν πολύ μικρός, η οικογένεια του γύρισε στην Ελλάδα. Για λίγα χρόνια μείνανε στην Κεφαλονιά και το 1921 μετακομίζουν στον Πειραιά. Τότε πρωτοταξίδεψε ο ενδεκάχρονος Νίκος σε Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη με το «Πολικός» των Αγγελάτων, μαζί με τον Πατέρα του που ήταν τροφοδότης του πλοίου. Ως το 1932 έμεινε στον Πειραιά όπου τέλειωσε το Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Είχε μάλιστα συμμαθητές τον Γιάννη Τσαρούχη και τον παπα-Γιώργη Πυρουνάκη στο Δημοτικό όπου έγραψε και τα πρώτα του ποιήματα επηρεασμένος από τα πρώτα του διαβάσματα -την Ανθολογία του Αγαθοκλή Κωνσταντινίδη και τα ημερολόγια του Σκόκου- σκάρωνε στίχους και τους έδειχνε στην αδελφή του Τζένια, που παρέμεινε ως το τέλος η λογοτεχνικός του σύμβουλος. Με την οικονομική ενίσχυση συγγενών και φίλων εξέδωσε τρία τεύχη του τετρασέλιδου φυλλαδίου «Σχολικός Σάτυρος», ενώ επίσης έγραψε και στη «Διάπλαση των παίδων», με το ψευδώνυμο «Ο μικρός ποιητής».

Το 1922 οι Καββαδία νοικιάζουν ένα δωμάτιο του σπιτιού τους σε μια οικογένεια Μικρασιατών προσφύγων από το Τσεσμέ. Η επαφή του μικρού Νίκου μαζί τους αλλά και με πρόσφυγες από τη Ρωσία ,επέδρασε στη διαμόρφωση της ψυχοσύνθεσης και της ιδεολογίας του. Στην ουσία κι ο ίδιος πρόσφυγας συμμεριζόταν το δράμα τους, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε και τη φθίνουσα οικονομική πορεία του πατέρα του ώσπου αρρώστησε βαριά και πέθανε από καρκίνο το 1929. Τότε ήταν που ο Ν.Κ. πήγε υπάλληλος σε ναυτικό γραφείο και λίγους μήνες αργότερα μπαρκάρισε ναύτης σε φορτηγό. Για μερικά χρόνια, συνέχισε να φεύγει με τα φορτηγά, να γυρίζει πίσω ταλαιπωρημένος και αδέκαρος, για να ξαναφύγει σε λίγο. Ώσπου αποφάσισε να πάρει το δίπλωμα του ασυρματιστή. Αρχικά ήθελε να γίνει καπετάνιος, μα είχε ήδη χάσει αρκετά χρόνια στις περιπλανήσεις του και το δίπλωμα του ασυρματιστή ήταν η πιο σύντομη λύση. Τελικά το πήρε το 1939.

Τον Οκτώβριο του 1940, ο Ν.Κ. επιστρατεύτηκε υπηρετώντας στο αλβανικό μέτωπο, ημιονηγός στην ΙΙΙ Μεραρχία, όπου συνεργάστηκε με το περιοδικό «Η λόγχη» που έβγαζαν οι συμπολεμιστές του στο χωριό Κούδεσι. Τότε έγραψε το πεζογράφημα του Στο άλογο μου, το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό το γνώρισε μετά το θάνατο του. Το 1941 με την κατάρρευση του μετώπου και την οπισθοχώρηση, γύρισε πεζός στην Αθήνα όπως και χιλιάδες φαντάροι. Τα χρόνια τη κατοχής τα πέρασε ξέμπαρκος στην Αθήνα πήρε μέρος στην Αντίσταση, αγωνίστηκε «μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ», όπως γράφει και η αδελφή του η Τζένια, αρχικά στο ΕΑΜ των ναυτικών και μετά στο ΕΑΜ των λογοτεχνών.

Ξαναμπαρκάρησε το 1944 και ταξίδεψε αδιάκοπα, ως ασυρματιστής, σε όλο τον κόσμο, ως τον Νοέμβριο του 1974. Oι στίχοι του:«Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
Των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων kαι θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές, Χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων» που αργότερα έγιναν ένα από τα πιο γνωστά κι αγαπημένα τραγούδια του, έμελλε να βγουν μοιραίοι για το τέλος της ζωής του, μιας κι ποιητής πέθανε μακριά από την αγαπημένη του θάλασσα τρεις μήνες, αφ’ότου ξεμπάρκαρε, από εγκεφαλικό επεισόδιο, στις 10 Φεβρουαρίου 1975.


Επιμέλεια κειμένου & πορτρέτο του ποιητή,από τη Σοφία Αμπερίδου
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΟΝΑΡ της ΚΑΒΑΛΑΣ τον Μάιο του 2006

http://www.paletasofias-amperidou.gr/index.asp

Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Με το βλέμμα του ποιητή Καβάφη






ΠAPΘEN
Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλην.
Ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν, ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και ν-εκόνεψεν και σου Ηλί' το κάστρον.
Εσείξεν τ' έναν το φτερόν, σο αίμαν βουτεμένον,
Εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον.
Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης
Έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σιτ' αναγνώθ', σίτε και κλαίει, σίτε κρούει την καρδίαν.
«Αϊλί εμάς, και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία»
μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια
κι Αι- Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται.
-Μη κλαις, μη κλαις, Αι-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
-Η Ρωμανία πέρασεν, η Ρωμανία πάρθεν.
-Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.

(Δημοτικό τραγούδι του Πόντου για την άλωση της Πόλης)


ΠAPΘEN H PΩMANIA
Οι σκέψεις μου για ένα πίνακα μου μέσα από τη μουσική,
αλλά και τη λαϊκή και λόγια παράδοση μας.


Με το θρηνητικό τραγούδι «Πάρθεν» ο ποντιακός Ελληνισμός τραγούδισε την Άλωση της Κων/πολης. Στίχοι λιτοί και δυνατοί που εκφράζουν τη λύπη και τον καημό του για τη συμφορά. Όσο όμως βαθιά και να ήταν ετούτη η λύπη το χαρακτηριστικό του τραγουδιού ήταν ότι δεν αφέθηκε ολότελα στο κλάμα και τον οδυρμό. Aπεναντίας φανερώνει την αισιοδοξία και την πίστη για το μέλλον. «Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο». Μεταφέρει στις επόμενες γενιές τον πόνο του ξεριζωμού και της γενοκτονίας ωστόσο δεν μένει εκεί παρά με πνοή ελπίδας μεταφέρει το μήνυμα πως :
«Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα 'ναι».

Το τραγούδι είναι συγκινητικό και διδακτικό βγαίνει μέσα από τη διαίσθηση της ποντιακής ψυχής. Το θλιβερό μήνυμα μεταφέρει ένα πουλί που πάει και στέκεται στην πόρτα της Αγιά-Σοφιάς. Κανένας δεν είναι σε θέση να το διαβάσει ούτε ακόμη κι ο Πατριάρχης δεν έχει το δικαίωμα να πλησιάσει. Στη συνείδηση του λαού όλοι είναι αμαρτωλοί και μόνο μια παιδική ψυχή έχει το δικαίωμα να διαβάσει το μήνυμα.

Η αγάπη μου για την πατρίδα και τη ρωμιοσύνη με ενέπνευσαν και με οδήγησαν στη σύλληψη αυτού του έργου «Με το βλέμμα του ποιητή» ο οποίος εμπνεύστηκε από τη λαϊκή μούσα. Με το έργο εκφράζεται η επιθυμία της μεταλαμπάδευσης μέσα από τα σχολικά βιβλία και τις εορταστικές εκδηλώσεις μνήμης που σιγά-σιγά καθιερώνονται σε κάποια σχολεία της χώρας μας.
Μένει σε μας να γίνουμε άξιοι συνεχιστές της ποντιακής ιστορίας και κληρονομιάς.


Από το παραπάνω ποντιακό τραγούδι που άγγιξε την ευαίσθητη ψυχή
του Κ. Καβάφη ο ποιητής εμπνεύστηκε και έγραψε το παρακάτω ποίημά του
για τη Χαμένη Ποντιακή Ρωμανία με τον τίτλο «Πάρθεν»



ΠAPΘEN
Αυτές τις μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
Για τ' άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
Πράγματα συμπαθητικά δικά μας. Γραικικά.
Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης:

«Πήραν την Πόλη, πήραν την, πήραν την Σαλονίκη».
Και την Φωνή που εκεί οι δυό εψέλναν,
«ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης»,
ακούσθηκε κι είπε να πάψουν πια
«πάψτε, παπάδες, τα χαρτιά και κλείστε τα βαγγέλια»
πήραν την Πόλη, πήρα την πήραν την Σαλονίκη.

Όμως απ' τ' άλλα πιο πολύ με άγγιξε τα άσμα
Το Τραπεζούντιον με την παράξενή του γλώσσα
Και με την λύπην των Γραικών των μακρινών εκείνων
Που ίσως όλο πίστευαν πως θα σωθούμε ακόμη

Μα αλίμονον μοιραίον πουλί «απαί την Πόλην έρται»
Με σο «φτερούλιν άθε χαρτίν περιγραμμένον
Κι ουδέ στην άμπελον κονεύ' μηδέ στο περιβόλι
Επήγεν και εκόνεψεν στου κυπαρίσ' την ρίζαν».

Οι αρχιερείς δεν δύνανται (ή δεν θέλουν) να διαβάσουν.
«Χέρας υιός Γιανίκας εν» αυτός το παίρνει το χαρτί,
και το διαβάζει κι ολοφύρεται.
«Σίτ' αναγνώθ' σίτ' αναγκλαίγ' σίτ' ανακρούγ' την κάρδιαν.
Ν' αοιλλή εμάς να βάι εμάς η Ρωμανία πάρθεν».

Mάρτιος 1921 - Kωνσταντίνος Kαβάφης


Επιμέλεια κειμένου & έργο Σοφία Αμπερίδου
Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα (έτος 14ο)
της Θεσαλονίκης "ΕύΞΕΙΝΟΣ ΠΟΝΤΟΣ"
Ιούλιος 2010 / Αριθμός φύλλου 162